Της Ελευθερίας Κούρταλη
Το sell-off που είδαμε ήταν υπερβολικό, τονίζει η JP Morgan σε νέα της έκθεση, με τη χρηματιστηριακή αγορά πλέον όχι μόνο να βρίσκεται σε φάση διόρθωσης, αλλά να είναι ήδη σε bear market, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τα θεμελιώδη μεγέθη.
Η αμερικάνικη τράπεζα συνεχίζει να αναμένει ισχυρή ανάκαμψη της οικονομίας φέτος, καθώς οι περιορισμοί και οι στρεβλώσεις που σχετίζονται με τον COVID μειώνονται, οδηγώντας σε αυξημένη κινητικότητα και απελευθερώνοντας την καταναλωτική και εταιρική ζήτηση.
Ο κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα του πλήρους re-opening, με τα κρούσματα να υποχωρούν και πολλούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να σηματοδοτούν χαλάρωση των περιορισμών. Οι αγορές σημείωσαν έντονη μεταβλητότητα και το κλίμα είναι αρνητικό καθώς οι επενδυτές παλεύουν με την ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής και τους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Ωστόσο, η JP Morgan πιστεύει ότι τα risk assets έχουν προσαρμοστεί ως επί το πλείστον στις αλλαγές της νομισματικής πολιτικής, οι αγορές έχουν αποτιμήσει μία υπερβολική σύσφιξη σε σχέση με τις αυξήσεις επιτοκίων που τελικά θα δούμε από τις κεντρικές τράπεζες φέτος, και μια περιστροφή της πολιτικής στην Κίνα μπορεί να αντισταθμίσει ένα μεγάλο μέρος του αντίκτυπου της σύσφιξης στις ανεπτυγμένες αγορές.
Αν και ο κίνδυνος σύγκρουσης στην Ουκρανία είναι υψηλός, θα έχει περιορισμένο αντίκτυπο στις παγκόσμιες αγορές μετοχών και πιθανότατα θα προκαλούσε μια ήπια επαναξιολόγηση της κατάστασης από τις κεντρικές τράπεζες, όπως εκτίμα. Παράλληλα, όπως αναφέρει, σύμφωνα με δημοσκόπηση που έκανε στους πελάτες της, αν και το 83% πιστεύει ότι μια στρατιωτική σύγκρουση στην Ουκρανία θα προκαλούσε sell-off στις παγκόσμιες αγορές μετοχών, ωστόσο η πλειονότητα αναμένει ότι ο αντίκτυπος θα είναι μέτριος και θα ξεπεραστεί.
Υπέρ του ρίσκου - τα αγαπημένα trades, neutral στην Ελλάδα
Η JP Morgan αναμένει ότι τα risk assets όπως οι μετοχές, ανακάμψουν καθώς αφομοιώνουν αυτούς τους κινδύνους και το κλίμα βελτιώνεται, με τη στήριξη των εισροών από επενδυτές και τα buybacks στα οποία θα προχωρήσουν πολλές εισηγμένες. Διατηρεί επομένως μια στάση υπέρ του ρίσκου στο χαρτοφυλάκιό της, με έντονη προτίμηση στις κυκλικές μετοχές και κλάδους, με επιθετικό οverweight στις μετοχές γενικότερα καθώς και τα εμπορεύματα, το οποίο "χρηματοδοτείται" από το μεγάλο underweight που τηρεί πλέον τα ομόλογα.
Η αμερικάνικη τράπεζα συνεχίζει να προτιμά τις μετοχές "αξίας", όπως και τις κυκλικές, καθώς και τις μετοχές υψηλότερου beta, δεδομένης της ακόμη φθηνής αποτίμησής τους και των ακόμα περιορισμένων τοποθετήσεων σε αυτές από τους επενδυτές, δεδομένου ότι είναι δικαιούχοι των αυξανόμενων αποδόσεων των ομολόγων και των υψηλότερων τιμών των εμπορευμάτων. Διατηρεί επίσης μεγάλο overweight στα εμπορεύματα, όπως προαναφέρθηκε,που επικεντρώνεται στην Ενέργεια, δεδομένης και της ασυμμετρίας γεωπολιτικών κινδύνων. Για παράδειγμα, η αποκλιμάκωση στην Ουκρανία πιθανότατα θα προκαλούσε μόνο μια μέτρια πτώση του πετρελαίου, ενώ μια διακοπή στη ροή πετρελαίου θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει τις τιμές πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι.
Σε ότι αφορά την γεωγραφική της προτίμηση, παραμένει overweight στις Αναδυόμενες Αγορές, στην Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωζώνη, ενώ παραμένει επίσης bullish στις τράπεζες, ειδικά αυτών των περιοχών.
Σε ότι αφορά την Ελλάδα, η JP Morgan διατηρεί την ουδέτερη στάση της, αναφέροντας ωστόσο πως το bull σενάριο για τις ελληνικές μετοχές είναι η ομαλοποίηση των ισολογισμών των ελληνικών συστημικών τραπεζών, οι εισροές του Ταμείου Ανάκαμψης καθώς και οι πολύ χαμηλές αποτιμήσεις. Αντίθετα, το δυσμενές σενάριο για τη στάση της είναι η πιθανή δυσκολία στην αύξηση της κερδοφορίας που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι εισηγμένες μακροπρόθεσμα.
Εάν το επιτρέψει το γεωπολιτικό σκηνικό, η Ευρωζώνη είναι πολύ ελκυστική σε σχέση με τις ΗΠΑ. Για την Ευρωζώνη, τα βασικά όπλα ενισχύσεις είναι: 1) η αναπτυξιακή σύγκλιση – Το 2022 προβλέπεται να είναι το πρώτο έτος από το 2017 κατά το οποίο το ΑΕΠ της Ευρωζώνης θα είναι καλύτερο από τις ΗΠΑ, 2) η ευαισθησία στα επιτόκια – οι αποδόσεις των ομολόγων και τα πραγματικά επιτόκια είναι πιθανό να συνεχίσουν να κινούνται υψηλότερα, γεγονός που θα οδηγούσε υπεραπόδοση των κυκλικών αγορών, όπως η Ευρωζώνη, 3) έκθεση σε αναδυόμενές αγορές και Κίνα – η αναπτυξιακή δυναμική της Κίνας έχει αφήσει πίσω τα χειρότερα και η Ευρωζώνη είναι ένα περιφερειακό play για την περιοχή, και 4) οι ελκυστικές αποτιμήσεις και η σχετικά χαμηλές τοποθετήσεις των επενδυτών.
Οι μετοχές έχουν τα "όπλα" να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους
Παρόλο που η επιθετικότητα των κεντρικών τραπεζών έχει αυξηθεί, με τα "στοιχήματα" της αγοράς για τα επιτόκια να είναι σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικά, το σημαντικό στοιχείο στο πρόσφατο sell-off είναι ότι οι μετοχές είναι καλύτερα "εξοπλισμένες" για να το χειριστούν τους όποιους κινδύνους. Το αρνητικό κλίμα φαίνεται υπερβολικό καθώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ύφεση στην οικονομία, ενώ παρόλο που ο πληθωρισμός έχει "βαρύνει" την επενδυτική στρατηγική, τελικά το μέτωπο της κατανάλωσης είναι ισχυρό δεδομένης και της ισχυρής αγοράς εργασίας.
Συνεπώς, όπως τονίζει η JP Morgan, το sell-off που είδαμε ήταν υπερβολικό. Η χρηματιστηριακή αγορά όχι μόνο βρίσκεται σε διόρθωση, αλλά βρίσκεται ήδη σε bear market χωρίς να φαίνεται ύφεση στον ορίζοντα. Από την πλευρά της αποτίμησης, το re-rating του S&P 500 έχει σχεδόν διαγραφεί πλήρως με το P/E να είναι μόλις 0,5 φορές υψηλότερο σε σύγκριση με το επίπεδο πριν από την πανδημία, όταν τα θεμελιώδη στοιχεία λιγότερο υποστηρικτικά. Γενικότερα, το επενδυτικό κλίμα είναι ήδη εξαιρετικά bearish, όπως τονίζει, με τον δείκτη Put/Call να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2020. Οι μετοχές, όπως υπογραμμίζει η αμερικάνικη τράπεζα, εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικά περιθώρια ανόδου και ο τρέχον ανοδικός κύκλος απέχει πολύ από το τέλος του.